Μια απλή πρόταση για τη Δικαιοσύνη

άνω από δύο δεκαετίες, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης απασχολεί τον δημόσιο διάλογο και τροφοδοτεί οξείες πολιτικές αντιπαραθέσεις κάθε φορά που μια απόφαση ή ενέργεια ηγετικού παράγοντα της Δικαιοσύνης εξάπτει τα πολιτικά πάθη, δαιμονοποιείται ή δοξάζεται ανάλογα με τους ποιους οφελεί και σε ποιους δεν αρέσει.

Η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, που ξεκίνησε, το πρώτον, μεταπολιτευτικά από το λεγόμενο «βρώμικο ’89» και στη συνέχεια η πολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης, που πολλές φορές εκούσα άκουσα μετέχει στα πολιτικά δρώμενα και κάποιες φορές με καθοριστική επιρροή, αποτελούν πλέον δεδομένα του δημόσιου βίου. Τώρα, εν όψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, το θέμα της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης κυριαρχεί και πάλι, και μάλιστα με ένταση, με ζητούμενο να υπάρξει αλλαγή του ισχύοντος συστήματος, καθώς θεωρείται ότι με το να επιλέγει η κυβέρνηση την ηγεσία της Δικαιοσύνης η ανεξαρτησία της πάει περίπατο.

Οι αλλαγές των τελευταίων χρόνων, όπου τόσο το ίδιο το δικαστικό σώμα αποφασίζει και προτείνει υποψηφίους για την ηγεσία του όσο και η ανάλογη πρόταση της Βουλής, δεν έχουν καταστεί στοιχεία ικανά να περιορίσουν τη μεταρρυθμιστική έφεση που επιδεικνύουν τα κόμματα για αλλαγές στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Το θέμα άλλωστε δεν κοστίζει, πουλάει στην κοινή γνώμη και η Δικαιοσύνη με αποφάσεις της έχει δώσει αφορμές να αμφισβητείται κατά καιρούς η αντικειμενικότητα αποφάσεων και ενεργειών ηγετικών της παραγόντων.Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνητική πρόταση για την αναθεώρηση της σχετικής συνταγματικής πρόβλεψης μιλά γενικά και αόριστα, προς το παρόν, για ένα εκλεκτορικό σώμα κοινοβουλευτικής συγκρότησης, χωρίς να ξεκαθαρίζει ποιο θα είναι, η Διάσκεψη των Προέδρων, η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ή κάτι άλλο.

Από την άλλη, το ΠαΣοΚ προτείνει κάτι ακόμα πιο προχωρημένο, να επιλέγεται η ηγεσία της Δικαιοσύνης από πιο διευρυμένο σχήμα, να γίνεται δηλαδή κάτι σαν τις ανεξάρτητες αρχές, όπου τα κόμματα χρόνια τώρα δεν συμφωνούν και οι ανεξάρτητες αρχές μένουν χωρίς επιλογή νέων επικεφαλής, καλύπτοντας το κενό οι προηγούμενοι ή αναπληρωτές τους. Και ενώ η φασαρία για αλλαγές στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης σε πολιτικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο δημόσιου διαλόγου συνεχίζεται με ένταση, κορυφαίοι δικαστικοί παράγοντες, νυν και πρώην, ομοφώνως έχουν δημόσια τοποθετηθεί και καλούν τα πολιτικά κόμματα να αφήσουν κατά μέρος τον μεταρρυθμιστικό τους οίστρο επί του θέματος και να μην προχωρήσουν σε αναθεώρηση της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης.

Το σκεπτικό όλων των κορυφαίων δικαστικών παραγόντων είναι να αφεθεί να λειτουργήσει το σύστημα που διαμορφώθηκε (εφαρμόστηκε φέτος για δεύτερη φορά), όπου οι δικαστές ψηφίζουν ποιους θέλουν να ηγηθούν της Δικαιοσύνης, η Βουλή επίσης προτείνει και αυτή και τέλος η κυβέρνηση αποφασίζει. Τόσο η πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου όσο και πληθώρα άλλων κορυφαίων δικαστικών παραγόντων, όπως ο Κων. Μενουδάκος, επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και επί έτη επικεφαλής της Αρχής για τα Προσωπικά Δεδομένα, η επίσης επίτιμη πρόεδρος του ΣτΕ Ειρήνη Σαρπ, επικεφαλής σήμερα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αλλά και οι πρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων Μιχάλης Πικραμένος από το ΣτΕ, Αναστασία Παπαδοπούλου από τον Αρειο Πάγο, Σωτηρία Ντούνη από το Ελεγκτικό Συνέδριο, Παν. Λυμπερόπουλος, αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και πολλοί ακόμα, τάσσονται υπέρ του συστήματος που ισχύει σήμερα, προτείνοντας όμως μια πολύ σημαντική και απλή αλλαγή.  Η εκάστοτε κυβέρνηση να δεσμεύεται συνταγματικά ότι θα επιλέγει για την ηγεσία της Δικαιοσύνης από τη λίστα που στέλνουν οι δικαστές και η Βουλή. Τι απλούστερο. Θα έχει ενδιαφέρον αν οι απόψεις εκείνων που γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον τη λειτουργία της Δικαιοσύνης τελικά θα εισακουστούν ή αν θα επικρατήσει – και επί αυτού του θέματος – συνταγματικός λαϊκισμός που είναι πολύ της μόδας.

Κύλιση στην κορυφή