Θα «μπατάρει» η αναθεώρηση;

Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης δρομολογήθηκε ήδη από την κυβέρνηση, με 30 άρθρα που πρόκειται να μπουν στο τραπέζι των αλλαγών, ενώ πρόταση για συνταγματικές αλλαγές έχει καταθέσει και το ΠαΣοΚ, με τον δημόσιο διάλογο να έχει ανοίξει για τα καλά, με τη συμμετοχή συνταγματολόγων, νομικών, δικαστικών και αρμόδιων φορέων.

Η κυβερνητική πρόταση για την αναθεώρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ταράζει τα νερά, ότι είναι ρηξικέλευθη, καθώς δεν δημιουργεί σημαντικές, καθοριστικές αλλαγές σε μείζονα θέματα, όπως η απόδοση κάποιων αρμοδιοτήτων στον Προέδρο της Δημοκρατίας, η ενίσχυση των δυνατοτήτων των κοινοβουλευτικών μειοψηφιών για νομοθετικές πρωτοβουλίες, η ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου και πολλά ακόμη, που έχουν συζητηθεί σε πολιτικά και νομικά φόρα.

Ωστόσο, θα αδικούσε κανείς την προσπάθεια για αλλαγές στο Σύνταγμα αν παρέβλεπε το γεγονός ότι η κυβερνητική πρόταση έχει πολλά θετικά, αξιόλογες προτάσεις αλλαγών, όπως για παράδειγμα το πολυσυζητημένο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, που δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί με λεπτομέρειες, αλλά πάντως επιχειρεί το μείζον. Απαλλάσσει το πολιτικό σύστημα από τη βαριά επίκριση ότι η Βουλή, η εκάστοτε κυβέρνηση δηλαδή, καλύπτει τους δικούς της.

Επίσης, σημαντικό είναι, ότι επιτέλους καταργείται (καιρός ήταν πια) το άρθρο 16 που χρόνια απαγόρευε την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, στερώντας τη χώρα μας αλλά και τα παιδιά μας από τη δυνατότητα να σπουδάζουν εδώ, σε πανεπιστήμια που δεν είναι του κράτους.

Θα μπορούσε κανείς να σημειώσει και την πρόταση για την ίδρυση, έστω με περιορισμένο τρόπο, ενός ιδιότυπου συνταγματικού δικαστηρίου, καθώς δίνεται η δυνατότητα να κρίνεται ένας νόμος (αν είναι συνταγματικός ή όχι) προτού εφαρμοστεί και πολλά ακόμη. Και επίσης οι προτεινόμενες αλλαγές για προστασία κοινωνικών δικαιωμάτων, προστασία ατομικών δικαιωμάτων από τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική κρίση και λοιπά.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά θα τεθούν σε πολιτική και δημόσια διαβούλευση στην οποία πρωτίστως τα κόμματα έχουν ευκαιρίες για προτάσεις εποικοδομητικές και χρήσιμες, που θα συμβάλουν στην τόνωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και των θεσμών, όπως και αρμόδιοι φορείς, για παράδειγμα οι Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων, επιστήμονες κύρους, νομικοί και φυσικά οι συνταγματολόγοι. Αλλά όλα θα κριθούν όχι από τις προτάσεις και την ανταλλαγή απόψεων που θετικό είναι να υπάρξουν, και θα υπάρξουν, αλλά από τις πολιτικές συναινέσεις.

Αν δεν υπάρξει πολιτική συναίνεση, αν δεν μπορέσουν τα κόμματα να βρουν κοινή περπατησιά σε ορισμένα άρθρα, η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος θα ευτελιστεί, αν δεν μπατάρει κιόλας.

Κι αυτός ο κίνδυνος είναι ορατός, διότι οφείλουν να δημιουργούν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες τέτοιες, είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη Βουλή, που θα επιτρέψουν να γίνουν οι συνταγματικές αλλαγές. Αλλιώς η όλη διαδικασία θα απομειωθεί σε προσχηματική, περιορισμένη και τελικώς πολιτικά άχρηστη.

Μια τέτοια εκδοχή που δεν είναι απίθανη, αν συνυπολογιστεί το πολιτικό κλίμα με την τοξικότητα και τις οξύτητες της πολιτικής αντιπαράθεσης, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, ότι δεν θα χάσει η κυβέρνηση που επισπεύδει, αλλά η δημοκρατία και η χώρα, που έχει την ανάγκη των θεσμικών αλλαγών σε μια εποχή που όλα αλλάζουν και όλα τρέχουν με ταχύτητες φωτός. Οπότε, η πολιτική ευθύνη όλων είναι δεδομένη.

Κύλιση στην κορυφή