Δεν θα σταθώ στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις που εκδηλώνονται αυτό τον καιρό με ένταση στον χώρο της Δικαιοσύνης ανάμεσα σε συνδικαλιστικές ηγεσίες δικηγόρων και δικαστών, με επίκεντρο την πραγματικότητα που επικρατεί στα δικαστήρια με συμπεριφορές που εκδηλώνονται από ελάχιστους, είναι η αλήθεια, δικηγόρους οι οποίοι μετατρέπουν τις δικαστικές αίθουσες σε πεδία σκληρών αντιπαραθέσεων.
Θα μείνω όμως στην ανάγκη, που είναι αυτονόητη σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, για να αναφερθώ μόνον στην Ευρώπη, όπου η εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων θεωρείται και είναι παντού δεδομένη.
Στα καθ’ ημάς τα περιστατικά όπου συγκεκριμένοι δικηγόροι εκδηλώνουν απαξιωτική συμπεριφορά σε δικαστές και τορπιλίζουν τη δικαστική διαδικασία είναι δυστυχώς όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια.
Η διερεύνηση και η εκδίκαση πολλών υποθέσεων, κυρίως εκείνων που διαθέτουν από τη φύση τους πολιτικά χαρακτηριστικά, έχουν δώσει τη δυνατότητα σε δικηγόρους, συγκεκριμένους επαναλαμβάνω, αλλά και διαδίκους να στρέφονται προς τους δικαστές με έντονη επιθετικότητα, ανοίκειους χαρακτηρισμούς, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις, που πλέον έχουν φθάσει προς εκδίκαση στα δικαστήρια, όπου συνήγοροι απείλησαν ευθέως δικαστές η ζητούσαν την αστυνομία για να τους συλλάβει.
Το θέμα έχει λάβει διαστάσεις, καθώς η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχει ζητήσει από καιρό να ληφθούν νομοθετικά μέτρα για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των δικαστηρίων.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε αρχικά αντιμετωπίσει με θετικό τρόπο το αίτημα για νομοθετική ρύθμιση, πάντα σε συνεννόηση και με τους εκπροσώπους των δικηγόρων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν σχετίζεται με τέτοια περιστατικά, αντιθέτως τα καταδικάζει.
Εν τούτοις, λόγοι που ενδέχεται να ανάγονται στο λεγόμενο πολιτικό κόστος, καθώς οι δικηγόροι είναι χιλιάδες και ένα τέτοιο μέτρο προφανώς θα μπορούσε να εκληφθεί ως αντιδικηγορικό, οδήγησαν ως σήμερα την εξέταση αυτού του θέματος σε αδράνεια.
Ομως, το γεγονός ότι τα περιστατικά σκληρού bullying σε βάρος δικαστών από δικηγόρους συνεχίζονται αποτέλεσε αντικείμενο ενημέρωσης εκπροσώπων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο από την Ενωση Δικαστών Εισαγγελέων και απασχόλησε επιστημονικό συνέδριο που έγινε στην Αθήνα.
Ολα αυτά, πέραν των συνδικαλιστών προσεγγίσεων, έχουν ένα πραγματικό νόημα που αφορά την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων. Δεν μπορεί τα δικαστήρια να είναι χώροι όπου άλλες σκοπιμότητες, και κυρίως πολιτικές, να εκδηλώνονται και να κυριαρχούν. Βεβαίως, για τη συμπεριφορά των λίγων δικηγόρων ευθύνη έχουν και οι ίδιοι οι δικαστές, που πολλές φορές δεν επιδεικνύουν την απαιτούμενη ικανότητα διεύθυνσης μιας δίκης.
Ωστόσο πουθενά σε ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί ένας δικηγόρος χωρίς συνέπειες να προπηλακίζει τους δικαστές, να μην αφήνει τη δίκη να συνεχιστεί και να ταλαιπωρεί μάρτυρες και διαδίκους.
Στις περισσότερες χώρες του πολιτισμένου, όπως συνηθίζουμε να τον ορίζουμε, κόσμου οι δικαστές έχουν δικαίωμα από τον νόμο να αποβάλλουν έναν τέτοιον δικηγόρο από την υπόθεση και να συνεχίζουν τη δίκη.
Εδώ ο δικηγόρος δεν μπορεί να αποβληθεί, και οι δικηγορικοί σύλλογοι, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κινούν γρήγορα και αποτελεσματικά πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος εκείνων των δικηγόρων που εκθέτουν το δικηγορικό σώμα.
