H πρώτη φάση της συνταγματικής αναθεώρησης ολοκληρώθηκε χωρίς να επιτευχθεί πολιτική συναίνεση ώστε η επόμενη Βουλή να μπορεί να προχωρήσει σε αλλαγές σημαντικών άρθρων, έστω και με 151 βουλευτές. Πολλοί υποστήριξαν ότι ο χρόνος που επέλεξε η κυβέρνηση να δρομολογήσει τις διαδικασίες για συνταγματικές μεταβολές δεν ήταν ο κατάλληλος, με δεδομένο το οξυμμένο πολιτικό κλίμα και την τοξικότητα που επικρατεί στη δεδομένη πολιτική συγκυρία.
Ωστόσο η συνταγματική αναθεώρηση είχε εξαγγελθεί από καιρό και σε κάθε περίπτωση ορισμένες αλλαγές είναι αναγκαίο να γίνουν στο Σύνταγμα, σε μια εποχή που όλα τρέχουν με ταχύτητες φωτός και ο συνταγματικός χάρτης της χώρας οφείλει να παρακολουθεί τις αλλαγές για την ουσιαστικότερη λειτουργία της δημοκρατίας.
Το πολιτικό μας σύστημα, όμως, στις διαδικασίες της συνταγματικής αναθεώρησης αποδείχθηκε για άλλη μια φορά ότι διαθέτει μικροπολιτική ορατότητα για τις απαραίτητες αλλαγές που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας την επόμενη δεκαετία. Κυρίως η αξιωματική αντιπολίτευση, που είχε θέσεις, εμφανίστηκε να καθορίζει τη στάση της στα θέματα των συνταγματικών αλλαγών με γνώμονα προεκλογική ή μετεκλογική ματιά, ενώ μικρότερα κόμματα, ακόμα και εκείνα που κυβέρνησαν, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά δεν μετείχαν με σημαντικές προτάσεις για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.
Αλλά και η κυβέρνηση, που κατέθεσε ορισμένες σημαντικές και αναγκαίες προτάσεις για αλλαγές, όπως ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, η συνταγματική πρόβλεψη για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, ρυθμίσεις για την τεχνική νοημοσύνη και τον δημοσιονομικό έλεγχο και άλλες, δεν προέβη και σε κάποια τολμηρή πρόταση αλλαγής του Συντάγματος.
Τα θέματα που τέθηκαν από κυβερνητικής πλευράς και ορισμένα από αυτά συζητήθηκαν δημόσια ή προκάλεσαν κάποιες προτάσεις κυρίως από την αξιωματική αντιπολίτευση, χωρίς να ψηφιστούν, αποτελούν συνταγματικές προβλέψεις που όφειλαν να έχουν γίνει από προχθές.
Δεν αποτελούν, με άλλα λόγια, πολλές από τις κυβερνητικές προτάσεις ουσιαστικές καινοτόμες αλλαγές στο Σύνταγμα, τέτοιες που θα μπορούσαν πράγματι να μεταβάλουν, ως έναν βαθμό, τη λειτουργία της δημοκρατίας σε πιο σύγχρονες βάσεις.
Ωστόσο, έστω και αυτές οι αλλαγές, που αποτέλεσαν τον κορμό της συνταγματικής αναθεώρησης, θα ήταν χρήσιμο τελικά να προχωρήσουν και να υλοποιηθούν από την επόμενη Βουλή, στην οποία όμως, για να γίνει αυτό, απαιτούνται 180 βουλευτές, δηλαδή μία ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Με το δεδομένο της αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, οι μετεκλογικές εξελίξεις, όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές, πέραν όλων των άλλων, βασικά τον σχηματισμό κυβέρνησης θα αφορούν και την ολοκλήρωση της συνταγματικής μεταρρύθμισης που δρομολογήθηκε χωρίς να αφήσει, προς το παρόν, κάποιο ισχυρό θεσμικό αποτύπωμα.
Αν όμως η συνταγματική αναθεώρηση τελικά δεν προχωρήσει, θα έχει χαθεί μια ευκαιρία, έστω και περιορισμένου εκσυγχρονισμού σε ορισμένα βασικά θέματα, καθώς το Σύνταγμα δεν αναθεωρείται – και πολύ σωστά – κάθε τρεις και λίγο. Οπότε η ευθύνη των κομμάτων στο μετεκλογικό τοπίο που θα προέλθει από τις εκλογές, στο μείζον από θεσμικής πλευράς αυτό θέμα, είναι καθοριστική. Και κρίσιμη.
Οι μικροπολιτικές τακτικές δεν έχουν θέση σε θέματα αλλαγών που επηρεάζουν τη λειτουργία της δημοκρατίας και τελικά όλους μας. Οπότε μετά τις εκλογές θα κριθεί ουσιαστικά και το μέλλον της συνταγματικής αναθεώρησης. Αν θα ολοκληρωθεί ή θα μπατάρει…
